αντειρηνικός


αντειρηνικός
-ή, -ό
αυτός που είναι εναντίον της ειρήνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι)-* + ειρηνικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Καθημερινή].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.